Ετικέτες

, , , , ,

Η Θεσσαλονίκη είχε παράδοση στο γιορτασμό της Αποκριάς. Οι αναμνήσεις παλιών Θεσσαλονικιών μιλούν για θεσμό που απόχτησε φήμη από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τη μικρασιατική καταστροφή. Μετά το 1925, με τον ερχομό των προσφύγων, το θεσσαλονικιώτικο καρναβάλι άρχισε να φθίνει και στη δεκαετία του 1930 έχασε την παραδοσιακή του αίγλη.

Το καρναβάλι της Θεσσαλονίκης ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα το μεγαλύτερο στα Βαλκάνια. Από την Τσικνοπέμπτη ως την Κυριακή της Αποκριάς έβγαιναν μασκαρεμένοι στους δρόμους άνδρες και γυναίκες, ενώ η πόλη κατακλύζονταν με επισκέπτες που έρχονταν από όλη τη Μακεδονία. Ήταν ένα καρναβάλι αυθόρμητο, ενώ το κομφετί που πετούσαν μεταξύ τους ήταν μια παλιά συνήθεια στην πόλη. Παρά την οθωμανική διοίκηση, ως το 1912, το μασκάρεμα ήταν ελεύθερο. Υπήρχε και η παράδοση, τα έξοδα για τις ενδυμασίες των αποκριάτικων ομάδων με πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας να καταβάλουν οι εύπορες τάξεις της πόλης. Αρχαίες στολές, περικεφαλαίες και οπλισμός από χαρτόνι, χλαμύδες και άλλες φορεσιές. Πέρα από τις αρχαιοελληνικές αμφιέσεις, υπήρχαν και άλλοι θίασοι, οι κλασικοί παλιάτσοι, πιερότοι, κολομπίνες, αρλεκίνοι, ναύαρχοι, στρατηγοί, ναπολέοντες, μαχαραγιάδες, ανατολίτισσες με φερετζέδες, και μασκαρέματα από τα λαϊκά δρώμενα της εποχής.

Karnaval1 001

Αποκριάτικο μπουλούκι στη Θεσσαλονίκη το 1924 με ετερόκλητη αμφίεση. Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας γράφει: «Στον αγαπημένο μου Στέφανον, ένα  ενθύμιον απόκρεω, με φιλία, Κορνηλία,  8.3.24».

Επίκεντρο η πλατεία Ιπποδρομίου

Στην προπολεμική Θεσσαλονίκη, πριν το 1940, κέντρο του καρνάβαλου ήταν η πλατεία Ιπποδρομίου, το Ποδρόμι ή Προδρόμι, όπως το έλεγαν οι παλιοί Θεσσαλονικείς, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκεί γινόταν η παρέλαση όλων των μασκαρεμένων με τις «καμήλες», τα γαϊτανάκια, ολόκληρες μπάντες με χάλκινα και τύμπανα, παραδοσιακοί θίασοι με σύγχρονες μεταμφιέσεις του Νέου Κόσμου που χόρευαν φοξ τροτ, βαλς και άλλους «ευρωπαϊκούς» χορούς. Έφταναν στο Ποδρόμι από όλες τις συνοικίες της πόλης, από την Καμάρα, από το Κουλέ Καφέ, από τον Άγιο Αθανάσιο, από το Διοικητήριο.

Άλλοι θίασοι έρχονταν καβάλα σε άλογα και γαϊδούρια, άλλοι σε κάρα και παϊτόνια και άλλοι πεζοί. Οι μασκαρεμένοι τραγουδούσαν ευτράπελα και «απαγορευμένα» τραγούδια με σκωπτικό περιεχόμενο που προκαλούσαν μόνο γέλιο, έκαναν φραστικά πειράγματα προς τις γυναίκες που συνωστίζονταν στα πεζοδρόμια ή κατέκλυζαν τα μπαλκόνια. Αλληλοπειράζονταν και πετούσαν σοκολάτες, σερπαντίνες και κομφετί. Λατέρνες, ρομβίες, πάνω στις άμαξες, κιθάρες, ντουντούκες και ζουρνάδες, καραμούζες και ντέφια, ξεκούφαιναν τον κόσμο. Μετά την παρέλαση οι καρναβαλιστές κατέληγαν στο Λευκό Πύργο και την Καμάρα και συνέχιζαν το γλέντι στις ταβέρνες και τα καμπαρέ που ήταν στολισμένα αποκριάτικα. Το βράδυ της Κυριακής έκλεινε με τους περίφημους κανταδόρους της Θεσσαλονίκης που γύριζαν με κιθάρες και μαντολίνα τραγουδώντας διάφορα τραγούδια και κομμάτια από άριες στους δρόμους της πόλης.

Karnaval2 001

Αριστερά, μασκαρεμένοι στον Λευκό Πύργο. Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας γράφει: «Ενθύμιον 19.2.28». Δεξιά, γυναίκες καρναβάλια στο μεσοπόλεμο με σύγχρονη αμφίεση, φωτογραφία στο στούντιο Νικολαϊδη.

Στα χρόνια, πριν εκλείψει το έθιμο του καρναβαλιού, οι Θεσσαλονικείς είχαν τη συνήθεια να φωτογραφίζονται στα φωτογραφικά στούντιο της πόλης (του Λιόντα, του Νικολαϊδη κ.α.), όπως δείχνουν και οι φωτογραφίες της συλλογής Άρη Παπατζήκα που εικονογραφούν τη σελίδα.

Οι μεταμφιέσεις

Να πώς περιγράφει ένας παλιός Σαλονικιός, ο Γιώργος Σταμπουλής, το ποικιλώνυμο πλήθος του αποκριάτικου πανζουρλισμού στο Προδρόμι (το Ιπποδρόμιο):

«Θίασοι, αυτοσχεδιασμοί, αραμπάδες, κάρα που παρίσταναν μπουλούκια και σατίριζαν τους περαστικούς, χαχαμίκοι, Σπαρτιάτες, με χαρτονιένιες ασπίδες, και περικεφαλαίες, κολοκοτρωναίοι, ληστές, με φουστανέλες και γένια από αλογοουρές, τυφλοί με λεμονόκουπες για γυαλιά, γιατροί, αράπηδες, υπαίθριοι πωλητές, που σατίριζαν τα εμπορεύματα και πείραζαν τις γυναίκες, αστρονόμοι με χαρτονιένια τηλεσκόπια, αντάρτες με πάλες και γιαταγάνια, τουρκάλες με φερτζέδες, βυζαντινοί αυτοκράτορες και άρχοντες, γαϊτανάκια, καμήλες, αρκούδες με ντέφια, μονόκλ, μπομπέδες, Σαρλώ και τόσοι άλλοι με αστεία και πειράγματα. Κι ο κόσμος, χιλιάδες άνθρωποι, που έριχναν κομφετί, κέρινα αυγά, σοκολάτες, καραμέλες, μανταρίνια, μήλα, πορτοκάλια, μπομπονιέρες και προπάντων τα ξερά «δαμασκηνούδια»…

Karnaval3 001

Λαϊκό καρναβάλι. Η επιγραφή στον φωτογραφικό μπερντέ γράφει: «Ενθύμιον Θεσσαλονίκης 1936». 

Οι χοροεσπερίδες

Στη διάρκεια της αποκριάς γίνονταν πολλοί χοροί διαφόρων σωματείων και συλλόγων, για φιλανθρωπικούς σκοπούς, όπου ο κόσμος διασκέδαζε με επίσημο ένδυμα. Οι πιο πολλοί χοροί δίνονταν στην ευρύχωρη αίθουσα του καφενείου του Λευκού Πύργου, που κατεδαφίστηκε το 1954 για να αναπτυχθεί το γειτονικό πάρκο.

Karnavali-xoros 001

Μεταπολεμικός αποκριάτικος χορός  στη Θεσσαλονίκη, που συνέχιζε την παράδοση του μεσοπολέμου. Είναι από τον «Χορό των Ανεμώνων» τον Φεβρουάριο του 1961. 

Ένας από τους περίφημους χορούς ήταν της «Λευκής Άρκτου», τον οποίο οργάνωναν οι Ρώσοι που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917. Τα έσοδα του χορού, όπου συμμετείχαν με ωραίες ενδυμασίες ξεπεσμένες κόμησες και δούκες της τσαρικής Ρωσίας, προσφέρονταν για την ενίσχυση του βρεφοκομείου «Άγιος Στυλιανός». Εντυπωσιακοί και με μεγάλη συμμετοχή ήταν οι χοροί των φοιτητών της Γεωπονίας, της Φιλοπτώχου Αδελφότητας, του Ασύλου του Παιδιού κ.α. Ο διασημότερος ήταν ο Χορός των Συντακτών, των δημοσιογράφων της Θεσσαλονίκης, που γινόταν στην πολυτελή αίθουσα του ξενοδοχείου «Μεντιτερανέ», στην παλιά παραλία, και θεωρούνταν το πιο κοσμικό γεγονός της χρονιάς.

Οι μεταπολεμικές αποκριάτικες αμφιέσεις, ατομικές ή κατά ομάδες, εκσυγχρονίστηκαν και ακολούθησαν τον εποχικό συρμό, αλλά δεν κράτησαν μαζικό χαρακτήρα. Οι Θεσσαλονικείς προτιμούσαν τα οργανωμένα παραδοσιακά καρναβάλια πόλεων της Βόρειας Ελλάδας ή τα νεοφανή, με τις παρελάσεις και τα σατιρικά άρματα, που οργανώνουν περιφερειακοί δήμοι της Θεσσαλονίκης.

Χ.ΖΑΦ.

Οι φωτογραφίες ανήκουν στη συλλογή του Άρη Παπατζήκα και δημοσιεύτηκαν στο λεύκωμα των Χρίστου Ζαφείρη, Άρη Παπατζήκα «Εν Θεσσαλονίκη 1900-1960», εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1994.

Advertisements