Ετικέτες

, ,

PasxaPap 001

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη σε ένα ανηφορικό δρομάκι της Άνω Πόλης, Μεγάλη Πέμπτη του 1972. Είναι ένα χαρούμενο στιγμιότυπο από τις προετοιμασίες της Λαμπρής. Το μεγαλύτερο κορίτσι της οικογένειας βάφει τα πασχαλινά αυγά έξω από το σπίτι. Το μικρότερο κορίτσι κρατάει ένα κατσικάκι που παρακολουθεί με «ανθρώπινη» προσοχή το βάψιμο των αυγών. Και πίσω η γιαγιά, κρατώντας στην αγκαλιά το μικρότερο εγγονάκι, ποζάρει στο ξαφνικό πέρασμα του φωτογράφου.

Ειδυλλιακή εικόνα μιας άλλης εποχής στην οποία η προετοιμασία των λαμπριάτικων χρειαζούμενων και εδεσμάτων ακολουθούσε συνήθως τη διαδικασία της παραδοσιακής οικοτεχνίας. Όλα γίνονταν στο σπίτι από τις νοικοκυρές και στην ετοιμασία έπαιρναν μέρος όλα τα μέλη της οικογένειας και ιδίως τα παιδιά. Τα πασχαλινά τσουρέκια που πριν φουρνιστούν και ευωδιάσουν από τα μυρωδικά, τα σφράγιζαν με την ανάγλυφη ξύλινη σφραγίδα με τον βυζαντινό αετό ή τον άγιο του σπιτιού. Στο σπίτι έβαφαν με φυσικά χρώματα τα αυγά και ετοίμαζαν τα πασχαλιάτικα φαγώσιμα με συνταγές της γιαγιάς από την Προύσα, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη και τη Ραιδεστό. Με τις σπιτικές ραπτομηχανές «Σίγγερ» έραβαν τα πασχαλιάτικα ρούχα των παιδιών και με ειδικά κεντήματα και χρωματιστές κορδέλες στόλιζαν τις λαμπριάτικες λαμπάδες που μύριζαν γνήσιο μελισσοκέρι. Τα αγοραστά πασχαλιάτικα γλυκίσματα και δώρα ήταν προνόμιο των αστικών σπιτιών, ενώ στις φτωχογειτονιές της πόλης, έστω τα λίγα, ήταν χειροποίητα και σπιτίσια.

Ο δρόμος όπου βάφουν τα αυγά ήταν συνέχεια της στενής αυλής και του σπιτιού. Πολλές δουλειές της οικογένειας γίνονταν πάνω στο δρόμο, μπροστά στην είσοδο. Από το καθάρισμα των λαχανικών ως το πλέξιμο και το βάψιμο των αυγών. Καθισμένες στο κατώφλι, οι γυναίκες του σπιτιού με το εργόχειρο χάζευαν την αραιή κίνηση του δρόμου, μιλούσαν με τις γειτόνισσες και τις απέναντι νοικοκυρές. Ο δρόμος ήταν το καθημερινό απογευματινό ξεγλέντισμα των φτωχών που σπάνια είχαν ψυχαγωγική έξοδο σε οικογενειακές εκδηλώσεις γειτόνων ή συγγενών, ενώ οι άνδρες τους σύχναζαν στο καφενείο και την ταβέρνα της γειτονιάς.

Το Πάσχα οι δρόμοι, που μύριζαν ασβέστη και πάστρα, μετατρέπονταν σε πλατείες για το γλέντι των περιοίκων. Αν κατόρθωναν να αγοράσουν αρνί, το έψηναν στο δρόμο κι έστηναν γλέντι ρεφενέ με ψητά κι άλλα φαγητά που ετοίμαζαν στις σπιτικές μασίνες. Έβαζαν στο γραμμόφωνο με το χωνί δίσκους που αχολογούσαν σε όλη τη γειτονιά κι έστηναν χορούς απόλα τα μέρη της προσφυγιάς. Μικρασιάτικα, θρακιώτικα, ποντιακά. Έβγαιναν και κάτι μερακλήδες με λαούτα και λύρες και έπιαναν τα δικά τους παθιασμένα τραγούδια που καταπράυναν τον κοινό τους καημό.

Το κατσικάκι της φωτογραφίας μοιάζει περισσότερο με σπιτικό μανάρι παρά με κουρμπάνι του Πάσχα. Είναι μικρό το δέμας για να γίνει οβελίας. Πολλά χαμηλά σπίτια της Πάνω Πόλης και άλλων συνοικιών έτρεφαν κατσικάκι ή αρνάκι, που ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας κατέληγε στο φούρνο ή εξελισσόταν σε γαλακτοφόρα κατσίκα για το απαραίτητο γάλα των παιδιών. Ίσως η οικογένεια να είχε δεσμούς με συγγενείς που έμειναν στην ύπαιθρο και της προμήθευαν με τα χαριτωμένα τετράποδα. Μέσα στην πόλη έβλεπε κανείς ως τη δεκαετία του ‘60 σπιτικές κατσίκες να βόσκουν δεμένες σε ανοιχτές αλάνες της γειτονιάς πριν γίνουν οικόπεδα. Δεν ήταν μόνο η επιλογή του γνήσιου γάλακτος αλλά και η φτώχεια και η αδυναμία να φτάσει στη γειτονιά ο γαλατάς ή το τυποποιημένο μπουκάλι της γαλακτοβιομηχανίας, αιτίες που συντηρούσαν τα οικόσιτα γαλακτοφόρα ζώα στην πόλη.

Η χαρά των παιδιών προδίδει οικογενειακή ευτυχία που χτιζόταν μέσα από τις παραδοσιακές εκδηλώσεις, τη θαλπωρή και την αγάπη, την ανοιχτοσύνη του σπιτιού και την αίσθηση της κοινής γειτονίας, μα πιο πολύ ο συλλογικός εξορκισμός της κακιάς μοίρας μέσα από την επαφή και το γλέντι, που τους απάλυνε τον καημό του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.

Χ.ΖΑΦ.

Φωτογραφία του Μιχάλη Παππού, λήψη 1972. Συλλογή του καλλιτέχνη φωτογράφου

Advertisements