Ετικέτες

, , ,

Στο 12ο Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, το Μάη του 2015, με τη συμπλήρωση των δέκα χρόνων από τον θάνατο του Αλμπέρτου Ναρ και με αφορμή την επανέκδοση των διηγημάτων του από τις εκδόσεις «Νεφέλη», οργανώθηκε ένα φιλολογικό μνημόσυνο για τον χαμένο συγγραφέα. Ομιλητές ήταν ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Θανάσης Τριαρίδης και ο Χρίστος Ζαφείρης. Το κείμενο που ακολουθεί ήταν μια προσωπική κατάθεση για τον αγαπητό φίλο μου Αλμπέρτο.

Χαίρομαι που αυτή η φιλική μάζωξη στη μαϊσια Γιορτή του Βιβλίου, με αφορμή την επανέκδοση των βιβλίων του Αλμπέρτου Ναρ, είναι περισσότερο ένα φιλολογικό μνημόσυνο, μια έκφραση αλήστου μνήμης στον άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στη διατήρηση της Μνήμης των ομοθρήσκων του Σαλονικιών και γενικότερα της Θεσσαλονίκης. Δεν θάθελα να κάνω κάποιες κριτικές αποτιμήσεις για έργο του, που το κάναν ήδη αρμοδιότεροι, αλλά να πω λίγα προσωπικά λόγια για τον φίλο μου.

Nar1

Ο συγγραφέας και ιστορικός Αλμπέρτος Ναρ

Για μένα ο Αλμπέρτος υπήρξε αγαπητός φίλος και συμφοιτητής μου, αλλά πιο πολύ ένας πνευματικός συνοδοιπόρος στις ιστορικές και τοπογραφικές περιδιαβάσεις της αγαπημένης μας πόλης, ψάχνοντας ο καθένας από τη σκοπιά του, απωθημένα στη λήθη γεγονότα, χαμένους τόπους, φωτογραφίες και βιογραφίες άμοιρων προσώπων αλλοτινών καιρών. Αυτή η αίσθηση ήταν έντονη και στον Αλμπέρτο, “για τα κοινά μεράκια μας”, σημείωσε στην αφιέρωση του βιβλίου του “Σε αναζήτηση ύφους” το 1997. Γιατί τέτοια ήταν η ενασχόλησή του, είτε με την ιστορία και τη λαογραφία των Σεφαραδιτών της Θεσσαλονίκης, είτε με τη λογοτεχνική έκφανση του ίδιου καημού, του στοιχειωμένου ακμαίου εβραϊσμού της πόλης. Μεράκι ήταν όλη η δουλειά του, έντονη αγάπη και φροντίδα για τους διαχρονικούς δικούς του, τους Σαλονικάι, να ψάξει, να γράψει και να μιλήσει, να σπάσει τη σιωπή και το φόβο, ένα ευάρεστο συναίσθημα πασπαλισμένο με χαρμολύπη και αβάσταχτο καημό για τη μόνιμη απουσία τους από το γενέθλιο τόπο.

«Τα αμάραντα τραγούδια της ψυχής μου»

Συναντιόμασταν τακτικά, είτε στο γραφείο του στην Ισραηλιτική Κοινότητα (ήταν γραμματέας της) που στεγαζόταν τότε στην παλιά στοά Χιρς, πριν από την εκ βάθρων αναδόμησή της, είτε σε ταβερνάκια ακούγοντας συχνά λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια και κάνοντας μόνιμα πραγματολογικά σχόλια για πρόσωπα και τόπους του τραγουδιού, συσχετίζοντάς τα πάντα με τα σεφαραδίτικα τραγούδια. Ο Αλμπέρτος ήταν μια ευχάριστη και ακένωτη πηγή για το λαϊκό τραγούδι, θα έλεγα βαθύς γνώστης του που ψήγματά του άφησε στις λαογραφικές μελέτες για το σεφαραδίτικο τραγούδι, τις μουσικές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις που είχαν πολλά ελληνόγλωσσα και σεφαραδίτικα λαϊκά τραγούδια της Θεσσαλονίκης. Τα τραγουδούσε κιόλας με πάθος, ελληνικά ρεμπέτικα και σεφαραδίτικα στη γλώσσα λαντίνο, όπως το κατέγραψε σε μια αποστροφή στο αφήγημα “Κοσνομασιόν και ρεμπέτικα” αναφερόμενος στην ηρωίδα του που εκφράζει τον ίδιο τον δημιουργό: “Τραγουδάει ακόμη, δηλαδή επιβιώνει και αναβιώνει τα άγια ρεμπέτικα. Τα αμάραντα τραγούδια της ψυχής μου”.

Επαγγελματικά ο Αλμπέρτος ήταν η δημοσιογραφική πηγή μου για εβραϊκά θέματα, αλλά και γενικότερα για ζητήματα που σχετίζονταν με το ιστορικό παρελθόν της πόλης. Τα γνώριζε σε βάθος, αλλά άφηνε πάντα και την επιστημονική επιφύλαξη για την εκδοχή του, έδινε πλήρεις πληροφορίες, αλλά παρέπεμπε και σε άλλα πρόσωπα και ερευνητές για μια πολύμορφη και ενδελεχή ενημέρωση.

Nar3

Ο Αλμπέρτος Ναρ μπροστά στη συναγωγή Μοναστηριωτών στη Θεσσαλονίκη

Ήταν εκεί κοντά στο 1985 όταν η Θεσσαλονίκη γιόρταζε τα 2300 χρόνια από την ίδρυσή της. Τότε δειλά δειλά η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης ξανάμπαινε στον ιστορικό χάρτη της πόλης, αλλά ακόμη με επιφυλάξεις από μερικούς κατά τεκμήριο πνευματικούς ανθρώπους της. Ήταν τότε που κάποιος λογοτέχνης της πόλης σχολιάζοντας απαξιωτικά ένα ρεπορτάζ μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, που αναφερόταν στους Εβραίους της πόλης, με επιτίμησε: “Τι ανακατεύεσαι μ’ αυτούς. Άστους στη σιωπή τους…”. Υπονοώντας σαφώς ότι δεν τους πέφτει λόγος να συμπεριλαμβάνονται στην ιστορική πορεία της Θεσσαλονίκης. Αν το λέω αυτό σήμερα, είναι για να τονίσω το αρνητικό κλίμα που συντηρούνταν με τη σκόπιμη σιωπή, μια σιωπή που έσπασε σε μεγάλο βαθμό με τα δημοσιεύματά του ο Αλμπέρτος Ναρ.

Η κουβέντα μας με τον Αλμπέρτο επεκτείνονταν πάντα και σε άλλα πολιτισμικά θέματα της Θεσσαλονίκης καθώς, όπως το διατύπωσε και σε άλλη προσωπική αφιέρωση βιβλίου του, τον Φεβρουάριο του 2000, και οι δυο “αιωρούμασταν στο χώρο και τον χρόνο της αγαπημένης μας πόλης”. Αυτή τη λατρεία που ήταν διάχυτη σε όλες τις εκφάνσεις του, την τονίζει σε μια ελεγειακή αποστροφή στο αφήγημα – ψυχοβιογραφικό του πορτέτο: “Η πόλη μου, οι ρίζες μου”. Γράφει: Θεσσαλονίκη, φιλώ το χώμα σου και προχωρώ. Κι ας είσαι τόσο σκληρή για όσους επιμένουν να θυμούνται… Είσαι δική μου και είμαι δικός σου. Κι έτσι μαζί σου την κρυμμένη μου συνείδηση ψηφίδα με ψηφίδα ανιχνεύω… ”.

Ένας βέρος Σαλονικιός

Εκείνο όμως που χαρακτήριζε τον Αλμπέρτο, που φαίνεται στα γραπτά του, αλλά θέλω να καταθέσω και την προσωπική μου αίσθηση, ήταν ότι παρόλο που μιλούσε και έγραφε σχεδόν αποκλειστικά για τον εβραϊσμό της πόλης, το ενδιαφέρον και η αγάπη του τα απορροφούσε η σύνολη πόλη. Ήταν δηλαδή, ένας Σαλονικάι, ένας βέρος, ένας μπαγιάτης Σαλονικιός και αυτή ήταν η πόλη του που λάτρευε. Στα λόγια του και στα γραπτά του περνά ολόκληρη η ιστορία, η προσωπογραφία και η τοπογραφία της. Αν δεν ήταν ένας εμμονικός σε εβραϊκά θέματα, για να εξυπηρετήσει κατά προτεραιότητα την απωθημένη και ξεχασμένη εβραϊκή μνήμη, ο Αλμπέρτος Ναρ θα στεκόταν σε υψηλότερη λογοτεχνική και ιστοριογραφική κατάταξη σε σχέση με άλλους ομοτέχνους συμπατριώτες του.

Ωστόσο, μέσα από τις πεζογραφικές και ιστοριογραφικές περιδιαβάσεις του η Θεσσαλονίκη είναι εν συνόλω παρούσα, χωρίς επιλεκτικές περιγραφές. Είναι οι μνήμες, τα βιώματα και οι καταγραφές όχι πια του γόνου Εβραίου πολίτη αλλά του Σαλονικάι, που παρόλο που στα εβραϊκά σημαίνει άντρας ρωμαλέος και εύστροφος, στο μυαλό και τη ψυχή του Αλμπέτρου συμπυκνώνει τον καθολικό Σαλινικιό που αγαπά με πάθος και ξέρει καλύτερα από τον καθένα την πόλη του. “Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός, κακοφορμισμένη πληγή που δεν λέει να γιάνει”, όπως σημειώνει στο ομότιτλο αφήγημά του.

Nar4

Στην αγορά Μοδιάνο

Ο Αλμπέρτος με ανακοινώσεις σε συνέδρια και δημοσιεύματα σε περιοδικά και εφημερίδες αποκάλυψε και πρόβαλε με ερευνητική συνέπεια και ευαισθησία την ψυχή της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. ‘Οπως έγραψε ο Γιώργος Ιωάννου στον πρόλογό του στην πρώτη έκδοση του 1985 στο βιβλίο του Ναρ για τις εβραϊκές συναγωγές και τα εβραϊκά τραγούδια, “με την έρευνά του έκανε τομή στην ιστορία της πανάρχαιας ελληνικής πόλεως”. Έτσι λοιπόν, με λόγο απλό, λυρικό και άμεσο ο Ναρ έδωσε ανάγλυφα τη δόξα και το δράμα, την καθημερινότητα και τις πνευματικές ανατάσεις, τα τραγούδια και τα μεράκια, τη μεγάλη ιστορία και τη μικροϊστορία ενός μεγάλου ιστορικού τμήματος του πληθυσμού της πόλης που αν και άφησε ανεξίτηλο το στίγμα τής συνεχούς παρουσίας, ξεχάστηκε και αποσιωπήθηκε από τους συμπολίτες τους. Αυτός ήταν και ο βασικός στόχος και ο καημός μιας ζωής του Αλμπέρτου, με την πνευματική κληρονομιά του. Χωρίς μεμψιμοιρίες, προκαταλήψεις και κατηγόριες, με κατανόηση για τις παλιές έχθρες και παραλείψεις των Θεσσαλονικέων στο εβραϊκό δράμα, με απλό και άμεσο λόγο κάθε μορφής, λογοτεχνικό και ιστοριογραφικό, προσπάθησε να αναστήσει τους προγόνους του. Να τους ξαναβάλει στη θέση που είχαν στην πόλη του, να ξαναμιλήσει με εντιμότητα και πληρότητα για την ζωή τους και την κοινή πορεία με τους χριστιανούς, και το κατάφερε. Και ήταν επόμενο: παιδί γονιών που στιγματίστηκαν στο χέρι τους με το αποτρόπαιο νούμερο των κρατουμένων του Άουσβιτς και επέζησαν, να είναι το κύριο μέλημά του. Να αποκαταστήσει τη μνήμη της γενιάς των γονιών του και εν γένει της εβραϊκής κληρονομιάς. ‘Οπως έγραφε:

“Εγώ τέκνο του 115210 και της 40041, εγώ που προσπαθώ να αρθρώσω τον όποιο λόγο μου αναζητώντας, μάταια ίσως, το ανάλογο ύφος, και τώρα που χαράζω αυτές τις γραμμές, δεν ξέρω αλήθεια αν τα κατάφερα κι ούτε ξέρω αν θα τα καταφέρω επιτέλους ποτέ..”

Το φόβο σου αυτό μού τον είχες εκμυστηρευτεί συχνά, Αλμπέρτο, αν δηλαδή ήταν μάταια η προσπάθεια της γραφής σου, αν θα τα κατάφερνες να δώσεις το μήνυμα για τον άδικο χαμό των ομοθρήσκων σου, αν γινόταν εν τέλει πιστευτός ο λόγος σου και είχε απήχηση. Μείνε ήσυχος. Αναπαύσου εν ειρήνη. Οι συμπολίτες σου, έστω και αργά, το πήραν το μήνυμα και το εμπεδώνουν με τις απανωτές εκδόσεις των βιβλίων σου.

Χ.ΖΑΦ.

Nar-Nefeli

Advertisements