Ετικέτες

, , , ,

Tsitsan-portr2

Η τανία του Μανούσου Μανουσάκη «Ουζερί Τσιτσάνη», στηριγμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, έφερε πάλι στην επικαιρότητα τον δημιουργικό οίστρο του μεγάλου συνθέτη, τη δύσκολη εποχή της δημιουργίας του και τις στενές σχέσεις του με τη Θεσσαλονίκη.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος Έλληνας συνθέτης του ρεμπέτικου, αλλά και ο σημαντικότερος μουσικός υμνητής της Θεσσαλονίκης. Έζησε στη Θεσσαλονίκη από το 1938 ως το 1946 με μικρά διαστήματα απουσίας, όταν στρατεύτηκε για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, παντρεύτηκε τη Θεσσαλονικιά Ζωή Σαμαρά και στην πόλη έκανε το πρώτο του παιδί. Στη Θεσσαλονίκη εμπνεύστηκε και έγραψε τα καλύτερα τραγούδια και σ΄αυτήν ερχόταν τακτικά μεταπολεμικά, θεωρώντας την ως δεύτερη πατρίδα. Στην καρδιά του όμως πρώτη, γιατί του στάθηκε η μάνα της έμπνευσης και της δημιουργίας του.

Στην Θεσσαλονίκη ο Τσιτσάνης έγραψε τραγούδια, που έγιναν επιτυχίες και τραγουδιούνται σε όλη την Ελλάδα μέχρι σήμερα. Μέσα από τα τραγούδια η πόλη πήρε σημαίνουσα θέση στη λαϊκή μουσική και πολλά τοπωνύμιά της έγιναν διάσημα και παρέμειναν αθάνατα. Σ’ αυτήν την πόλη, και μετά τη μόνιμη εγκατ’αστασ’η του στην Αθήνα, έρχεται και ξανάρχεται, ερμηνεύοντας με το μπουζούκι του τις ανεπανάληπτες επιτυχίες του και τις νοσταλγικές του μνήμες από τις μέρες που έζησε στη Θεσσαλονίκη.

Πέρα από την έμπρακτη αγάπη για την πόλη, ο Τσιτσάνης είχε πει γι’ αυτήν την σχέση του σε μια συνέντευξη στο βιογράφο του Κώστα Χατζηδουλή: «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο αγαπώ τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την πόλη ετοίμασα στην κατοχή ολόκληρο έργο. Ένα έργο που είχε μέσα του τον καλύτερο μουσικό μου κόσμο».

Tsitsan-meZoh

Το ζεύγος Βασίλη Τσιτσάνη και Ζωής Σαμαρά

Τα τραγούδια του

Η επαφή του Τσιτσάνη με τη Θεσσαλονίκη, αρχίζει με τη στράτευσή του το 1938. Ο Τσιτσάνης υπηρέτηση όλη σχεδόν την θητεία στο Τάγμα Τηλεγραφητών Θεσσαλονίκης, όπου έγραψε και το ομώνυμο τραγούδι. Το Τάγμα Τηλεγραφητών, οι σημερινές ας πούμε Διαβιβάσεις του στρατού, στεγάζονταν στο στρατόπεδο Φαρμάκη, δίπλα στη βίλα Αλλατίνι, στο Ντεπό. Ήταν μια στρατιωτική μονάδα με κύρος, γι’ αυτό και σ’ αυτήν υπηρετούσαν μορφωμένοι επίστρατοι, όπως και ο Βασίλης Τσιτσάνης, που είχε τελειώσει το παλιού τύπου γυμνάσιο στη γενέτειρά του τα Τρίκαλα, ένας τίτλος μόρφωσης σχεδόν σπάνιος για την προπολεμική Ελλάδα. Την περίοδο της στρατιωτικής θητείας του έγραψε 70 τραγούδια από τα οποία τα μισά γράφτηκαν στο στρατόπεδο. Άλλωστε η ευρύτερη περιοχή του Ντεπό ήταν ο ζωτικός χώρος του Τσιτσάνη. Ο γάμος του με τη Ζωή Σαμαρά το 1942 έγινε στον Άγιο Ελευθέριο στο Ντεπό, μια εκκλησία κοντά στους πρώτους γνώριμους χώρους της πόλης, τη στρατιωτική μονάδα του και το μπουζουξίδικο του Μακρίδη στο συνοικία Χαριλάου, από το οποίο έκανε την καλλιτεχνική του πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη. Αυτές τις αναφορές κάνει σε ένα από τα πρώτα τραγούδια του, το «Τάγμα Τηλεγραφητών», που έγραψε ως κληρωτός στο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης.

(Άκου το τραγούδι Το Τάγμα Τηλεγραφητών με το Στέλιο Κεφάλα)

Στο Τάγμα Τηλεγραφητών ο Τσιτσάνης έγραψε πολλά τραγούδια, τα οποία δισκογραφούσε στην Αθήνα παίρνοντας ολιγοήμερες άδειες από το στρατόπεδο. Αλλωστε, με τις πρώτες δισκογραφήσεις στο ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι έγινε φίρμα και αρκετοί δίσκοι γραμμοφώνου των 45 στροφών είχαν γίνει πρώτες επιτυχίες πανελλαδικά. Πολλές φορές όμως ο νεαρός συνθέτης παραβίαζε τις άδειες της μονάδας του, με αποτέλεσμα να τρώει πειθαρχικές ποινές και να κλείνεται στο πειθαρχείο του στρατοπέδου. Στις ώρες του εγκλεισμού του στο πειθαρχείο ο Τσιτσάνης έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του. Οι εγκαταστάσεις αυτές, που είναι δεμένες με την καλλιτεχνική έμπνευση του Τσιτσάνη, σώζονταν ως πρόσφατα και καταστράφηκαν μετά την εγκατάλειψη του στρατοπέδου και τον ευπρεπισμό του χώρου. Στο στρατόπεδο «Φαρμάκη» ο Τσιτσάνης έγραψε τις επιτυχίες του Ξελογιάστρα, Στης Σαλονίκης τα στενά, Οι μερακλήδες, Μια νύχτα στο Πασαλιμάνι, Αρχόντισσα και άλλα.

Το σπίτι του στην οδό Παύλου Μελά

Ο Τσιτσάνης έμεινε στο διατηρητέο σπίτι της Παύλου Μελά 21 πάνω από το παλιό καφέ «Ερωδός». Στο ισόγειο μαζί με άλλες οικογένειες έγραψε αρκετά τραγούδια. Από τον μικρόκοσμο της μικρής πολυκατοικίας της οδού Παύλου Μελά, στα οικογενειακά μαλώματα, τους έρωτες και τις ζήλιες των συγκατοίκων του είναι εμπνευσμένο το τραγούδι «Έχει δίκιο το παιδί», γραμμένο το 1942 καταμεσίς της φοβερής γερμανικής κατοχής.

Η επιβίωση του Τσιτσάνη και της οικογένειάς του στη διάρκεια της κατοχής δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Βέβαια, οι δυνάμενοι μπορούσαν να βολευτούν και να βρουν τα αναγκαία. Μπορεί να υπήρχε έλλειψη τροφίμων, αλλά οι μαυραγορίτες και άλλες παράνομες πηγές τους εξασφάλιζαν τα απαραίτητα. Άλλωστε ο Τσιτσάνης είχε και την προστασία του αμφιλεγόμενου ανώτερου αξιωματικού της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης Νίκου Μουσχουντή, που ήταν ο κουμπάρος στο γάμο του με τη Ζωή Σαμαρά. Πράγματι η προσωπικότητα του Μουσχουντή, και στην προκειμένη περίπτωση η σχέση του με τον Τσιτσάνη, είναι ακόμη και για τους βιογράφους του ένα μυστήριο. Ο Μουσχουντής ήταν προστάτης των ρεμπέτηδων, μερακλής των ρεμπέτικων τραγουδιών ή ένας θαμώνας αυτού του χώρου όπου συνδύαζε το «τερπνόν» της ιδιωτικής ψυχαγωγίας του με το «ωφέλιμον» του αστυνομικού ελέγχου του υποκόσμου και της επαγγελματικής του συγκέντρωσης πληροφοριών; Όσοι συγγραφείς και αναμνησιογράφοι αναφέρονται στον Μουσχουντή, τον αφήνουν στο θάμπος του θρύλου του και δεν μιλούν για την ουσία των σχέσεών τους. Ποια είναι η ακριβής σχέση του Τσιτσάνη με τον Μουσχουντή, ο οποίος αργότερα το 1948, στην καρδιά του εμφυλίου, ήταν το βασικό πρόσωπο που ενέπλεξε στην σκευωρία της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτ Πόλκ τον αθώο της υπόθεσης Θεσσαλονικιό δημοσιογράφο Γιώργο Στακτόπουλο; Εξάλλου, στο τέλος της κατοχής, το 1944, ο Τσιτσάνης έγραψε δυο ύμνους, έναν αντιδικτατορικό κι ένα για το ΕΑΜ, αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν ήταν μέλος του ΕΑΜ. Αυτές οι πολιτικές και ιδεολογικές πτυχές της προσωπικότητας του διάσημου λαϊκού συνθέτη παραμένους ακόμη θολές.

Τα μουσικά στέκια του

Στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας ο Τσιτσάνης έπαιρνε άδεια κι έπαιζε σε διάφορα κέντρα, όπως του Μακρίδη στου Χαριλάου μαζί με τον αχώριστο φίλο του και εξαίρετο Θεσσαλονικιό κιθαρίστα και τραγουδιστή Γιώργο Τσανάκα. Την περίοδο αυτή ο Τσιτσάνης έπαιξε και τραγούδησε τις πρώτες επιτυχίες του και σε δυο ακόμη ταβέρνες στο συνοικισμό Χαριλάου, την Κληματαριά και την Ταβέρνα του Ιωσήφ.

Εκτός από το Χαριλάου ο Τσιτσάνης έπαιξε και σε άλλες ταβέρνες της κατοχικής Θεσσαλονίκης. Ο αριθμός τους πλησιάζει τις είκοσι. Αναμεσά τους, η «Μιμόζα» στη γωνία Αγίας Σοφίας και Ερμού, όπου εμφανιζόταν πάλι μαζί με τον Μίγκο και τον Τσανάκα. Ο Μίγκος ήταν μπουζουξής και ο Τσανάκας κιθαρίστας, που είχαν κάνει όνομα στο ρεμπέτικο την περίοδο που ήταν στην Θεσσαλονίκη ο Τσιτσάνης. Ήταν θα λέγαμε οι κολλητοί συνεργάτες του συνθέτη. Εκτός από τους δυο αγαπητούς οργανοπαίκτες, ο Τσιτσάνης χρησιμοποιούσε στα κέντρα όπου δούλευε και τον Καβαλιώτη κιθαρίστα και τραγουδιστή Γιάννη Κυριαζή. Επίσης ο Τσιτσάνης εργάστηκε στη Φωλιά της οδού Βασιλίσσης Σοφίας (τη σημερινή Εθνικής Αμύνης) με την ίδια σύνθεση, το Μίγκο και τον Τσανάκα, καθώς και στη Σπηλιά στην ίδια οδό. Ακόμη τα καλοκαίρια έπαιζε στο Μπαρμπαλιά στο Καραμπουρνάκι, στην πλαζ Ντοβίλ όπου βρισκόταν και ο ομώνυμος θερινός κινηματογράφος και στο κέντρο Μπαξέ Τσιφλίκι του Τσαρούχα στους Νέους Επιβάτες.

Τα πιο γνωστά κέντρα που είναι συνδεδεμένα με το πέρασμα του Τσιτσάνη από τη Θεσσαλονίκη είναι το Καλαμάκι στο Καραμπουρνάκι, η «ταβέρνα του Κέρκυρα» στην οδό Ειρήνης στο Βαρδάρι και τα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα στην οδό Νικηφόρου Φωκά, κοντά στο Λευκό Πύργο. Στα «Κούτσουρα» έγραψε το περίφημο «Μπαξέ Τσιφλίκι», ένα υμνητικό τραγούδι για την προπολεμική γλεντζέδικη Θεσσαλονίκη.

Εκτός από τα παραπάνω στέκια ο Τσιτσάνης χρησιμοποιούσε αρκετά καφενεία και ταβέρνες του κέντρου της πόλης, του Πανοράματος και της ακτής του Θερμαϊκού, του Μπαξέ Τσιφλίκι και της Αγίας Τριάδας, «για αυτοσυγκέντρωση και ψυχαγωγία». Ένα από αυτά ήταν το καφενείο «Νέον» του Ηλία Ευδαίμονα, κοντά στο Λευκό Πύργο, όπου έγραψε το τραγούδι «Όταν συμβεί στα πέριξ».

(Άκου το τραγούδι «Όταν συμβεί στα πέριξ» με τον Βασίλη Τσιτσάνη)  

Tsitsan-Ouzeri.jpg

Μπροστά στο «Ουζερί Τσιτσάνη» στον οδό Παύλου Μελά, στη διάρκεια της  γερμανικής κατοχής. 

Το «Ουζερί Τσιτσάνη»

Το πιο διάσημο μουσικό στέκι του συνθέτη στη Θεσσαλονίκη ήταν το «Ουζερί Τσιτσάνη». Ένα μικρό ισόγειο μαγαζί που λειτούργησε από το 1942 ως το 1946, στην πιο δύσκολη για τη Θεσσαλονίκη περίοδο από την πλευρά της πολιτικής κατάστασης και της κοινωνικής συνοχής.

Tsitsan-Oyzeri-Man.jpg Στο «Ουζερί  Τσιτσάνη» της  ομώνυμης ταινίας. Αριστερά ο «Τσιτσάνης» Γιώργος Κωνσταντίνου και δεξιά ο σκηνοθέτης Μανούσος Μανουσάκης.

Το ουζερί το κρατούσε η οικογένειά του, με τη συνεργασία του κουμπάρου του Ανδρέα Σαμαρά, και στο πάλκο τραγουδούσε ο Τσιτσάνης όσες φορές δεν έπαιζε για μεροκάματο σε άλλα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης. Το μαγαζί ήταν στέκι του διαβόητου Νίκου Μουσχουντή, ανθρώπων του υποκόσμου, μαυραγοριτών, χαφιέδων, ναυτικών, αλλά και αγωνιστών της εθνικής αντίστασης. «Ηταν ένα μικρό μαγαζάκι, με λίγα τραπεζάκια, λέει ο ίδιος ο Τσιτσάνης, ένα φοβερό μαγαζάκι που έμεινε ιστορικό. Λεγόταν Ουζερί Τσιτσάνη κι εκεί μέσα έγραψα τραγούδια τα οποία μετά τον πόλεμο χάλασαν κόσμο». Την περιγραφή του «Ουζερί» δίνει και ο Ηλίας Πετρόπουλος, που το θυμάται μεγάλο παιδί στην πόλη:

Το μαγαζάκι ήταν στενόμακρο και χώραγε όλο κι όλο πεντέξι τραπεζάκια, δυο ακόμη τραπεζάκια βρισκόντουσαν στο πεζοδρόμιο μπρος στην πόρτα. Ο νεαρός Τσιτσάνης έπαιζε και τραγούδαγε στο βάθος του κουτουκιού και η φωνή του έπρεπε να φτάνει ως έξω. Αυτή η παράσταση γινότανε τα απογεύματα, γιατί η βραδινή κυκλοφορία απαγορευότανε.

Titsan-OuzeriMan2

Το πάλκο του «Ουζερί Τσιτσάνη»  στην ομώνυμη ταινία  του Μανουσάκη με  τον Τσιτσάνη (με το μπουζούκι) που υποδύεται ο ηθοποιός Γ. Κωνσταντίνου.

 Ο εκλεκτός πεζογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο μυθιστόρημά του «Ουζερί Τσιτσάνη, με κέντρο το μαγαζί, αναστυλώνει, με ιστορική αξιοπιστία και ενάργεια προσώπων και γεγονότων, την ατμόσφαιρα της κατοχικής Θεσσαλονίκης. Το κλίμα της εποχής και του περιβάλλοντος του περίφημου ουζερί, με τις διώξεις των Εβραίων και την αντίσταση κατά των ναζί, δίνεται παραστατικά και στην ταινία του Μανουσάκη.

Ο Τσιτσάνης έχει ταυτίσει την καλλιτεχνική του υπόσταση με τα χρόνια της δημιουργικής του παρουσίας στη Θεσσαλονίκη. Στα έξι χρόνια της παραμονής του στην πόλη έγραψε τόσα τραγούδια που, με τους τόπους και τα πρόσωπα που περιλάμβανε στις συνθέσεις του, έκανε τη Θεσσαλονίκη διάσημη στον ελληνισμό. Αυτός ο μεγάλος συνθέτης του λαϊκου τραγουδιού και της Θεσσαλονίκης χρειάζεται ένα μουσείο στην πόλη που αγάπησε και στάθηκε ο τόπος της απαράμιλλης έμπνευσής του. Ευτυχώς και οι δύο βασικοί χώροι της ζωής του στη Θεσσαλονίκη, το Ουζερί και το σπίτι του στην οδό Παύλου Μελ, γλίτωσαν από την κατεδάφιση της αντιπαροχής και παραμένουν όρθια όπως στα χρόνια που ζούσε ο μεγάλος λαϊκός βάρδος. Αν ένας από τους χώρους αυτούς οργανωθεί σε μουσείο θα είναι μια λαμπρή ευκαιρία για τους νεώτερους να μάθουν για τον δημιουργό Βασίλη Τσιτσάνη και να βιώσουν το έργο και το κλίμα μιας ανεπανάληπτης εποχής.

Χ.ΖΑΦ.

Δείτε το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ο  Τσιτσάνης της Θεσσαλονίκης». -‘Ακουσε το τραγούδι «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη που έγραψε στη Θεσσαλονίκη και το τραγουδάει ο ίδιος ο συνθέτης.

Advertisements